.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΡΣΗΣ ΒΑΡΩΝ
Αμφιπόλεως 21
Τ.Θ. 23931
1687 ΛΕΥΚΩΣΙΑ
info@weightlifting.org.cy

Copyright © 2008-10 Cyprus Volleyball Federation All Rights Reserved.

Ιστορία Διοργανώσεις Δελτία Τύπου Downloads Διοίκηση Links
Η ΑΡΣΗ ΒΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Εντυπωσιάζει σίγουρα το γεγονός ότι το κατ' εξοχήν άθλημα της δύναμης, η άρση βαρών, δεν περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας, με οποιαδήποτε μορφή του (σήκωμα λίθων, σάκων γεμάτων άμμο κ.λπ.). Και αυτό παρότι είναι γνωστός ο θαυμασμός των αρχαίων Ελλήνων για το σωματικό κάλλος και τη ρώμη. Η επίδειξη της ανθρώπινης δύναμης μέσω της άρσης βαρών καταγράφεται από τα πανάρχαια χρόνια. Οι Έλληνες απέδιδαν στους κορυφαίους των δυνατών αθλητών θαυμασμό και τιμές ημίθεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μίλων ο Κροτωνιάτης, του οποίου τα κατορθώματα εξυμνεί ο Παυσανίας στα "Ηλιακά" του. Δεν ήταν, όμως, ο πιο δυνατός. Ο Αιλιανός αναφέρει ότι ο Τίτορμος ο Αιτωλός σήκωσε και μετέφερε σε απόσταση οκτώ οργιών έναν τεράστιο λίθο, τον οποίο ο Μίλων μόλις που κατόρθωσε να τον μετακινήσει. Όταν, μάλιστα, είδε τον Τίτορμο να μεταφέρει το λίθο, ο Μίλων αναφώνησε: "Ζευς, μη τούτον Ηρακλή ημίν έτερον έσπειρας;", ήτοι: "Δία, μήπως μας έστειλες τον άλλο Ηρακλή;".
Στην Αίγυπτο, σε ανάγλυφο τάφο των Φαραώ, απεικονίζεται αγώνας ανθρώπων οι οποίοι σηκώνουν ασκούς ή σάκους από ύφασμα γεμισμένους με άμμο. Εν τούτοις, δεν έχει βρεθεί στην ίδια περιοχή γραπτή μαρτυρία που να πιστοποιεί τέτοιου είδους ανταγωνισμούς.
Αντίθετα, στην Ελλάδα και στην περιοχή Πελόπιο του νομού Ηλείας, πολύ κοντά στην Αρχαία Ολυμπία, δηλαδή, βρέθηκε λίθος βάρους 143,5 κιλών, που χρονολογείται στον 6ο π.Χ. αιώνα, και στον οποίο είναι χαραγμένη η επιγραφή - πληροφορία: "Βύβων τ' ετέρει χερί υπέρ κεφαλάς υπερέβαλε το όφοια", όπερ σημαίνει: " Ο αθλητής Βύβων με ανύψωσε με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι του"! Από την επιγραφή αλλά και από το ότι η πέτρα ήταν λαξευμένη ώστε να μπορεί ο αθλητής να την πιάνει με το χέρι (λαβή), συμπεραίνεται ότι ο Βύβων ήταν νικητής σε διαγωνισμό άρσης βαρών.
Ασφαλώς, πρόκειται για εκπληκτική αθλητική επίδοση από τον Βύβωνα, παρότι ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ρεϊμόν Βανκέρ (Raymond Vanker), από παρανόηση προφανώς, κρίνει ότι: "... αν ο Έλληνας αυτός αθλητής πέταξε το λίθο μακρυά, είναι βέβαια κατόρθωμα, αν όμως απλώς το σήκωσε ψηλά, δεν είναι σπουδαίο. Οι σημερινοί αθλητές σηκώνουν μεγαλύτερα βάρη". Ωστόσο, με το ένα χέρι ουδείς σύγχρονος αθλητής της άρσης βαρών ή οποιουδήποτε άλλου αθλήματος έχει σηκώσει 143,5 κιλά. Ούτε καν αλτήρα, πόσο μάλλον πέτρα, που είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο εγχείρημα.
Ο λίθος του Βύβωνα εκτίθεται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Ολυμπίας.
Επίδοση που ακούγεται απίστευτη για τις γνωστές ανθρώπινες δυνατότητες είναι αυτή η οποία καταγράφεται σε ογκώδη λίθο, βάρους 480 κιλών, που βρέθηκε στη Θήρα (Σαντορίνη). Σύμφωνα με την επιγραφή που είναι χαραγμένη στην τεράστια αυτή πέτρα, ο αθλητής Ευμάστας, γιος του Κριτόβολου, τη σήκωσε από το έδαφος! Εικάζεται ότι ο Ευμάστας χρησιμοποίησε (ασφαλώς) και τα δύο χέρια του και σήκωσε τα 480 κιλά λίγα εκατοστά από το έδαφος. Αυτό, πάντως, ουδόλως μειώνει το κατόρθωμα του αθλητή.
Η σημαντικότερη, ωστόσο, απόδειξη ότι η άρση βαρών αποτελούσε αγώνισμα, που ναι μεν δεν περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα των μεγάλων Πανελληνίων αγώνων, αλλά σίγουρα ελάμβανε χώρα στους εσωτερικούς αγώνες ("περίχωρους") των πόλεων της Αρχαίας Ελλάδας βρίσκεται στη Γερμανία! Στο μουσείο Βίρτσμπουργκ εκτίθεται κύπελλο - χρονολογείται στα 500 π.Χ. - και στο οποίο απεικονίζεται ερυθρόμορφη παράσταση στεφανωμένου νέου αθλητή, που σκύβει και σηκώνει δύο λίθους, έναν με κάθε χέρι του. Ο αθλητής φέρει γύρω από τη μέση του το ελληνικό ιμάτιο, ενώ το κύπελλο είναι όμοιο με τα έπαθλα που απένειμαν οι αρχαίοι Έλληνες, και ειδικά οι Αθηναίοι, στους νικητές των αγώνων. Στα έπαθλα αυτά ζωγραφιζόταν παράσταση με το αγώνισμα στο οποίο είχε νικήσει σε αγώνες άρσης βαρών (λίθων).
Επιβεβεβαιώνεται, λοιπόν, ότι η άρση βαρών υπήρχε ως αγωνιστικό άθλημα στην αρχαιότητα. Το ότι δεν ήταν μεταξύ των επίσημων αγωνισμάτων των Ολυμπιακών Αγώνων, αποδίδεται από πολλούς στην προσπάθεια των αρχαίων Ελλήνων παράλληλα με τη δύναμη να αναπτύσσουν την ταχύτητα και την ευκινησία. Δεν αποκλείεται, πάντως, να μην έγινε ποτέ επίσημο αγώνισμα των Ολυμπιακών επειδή οι αθλητές χρησιμοποιούσαν την άρση βαρών στην προπόνησή τους για όλα τα αγωνίσματα!
Όπως, άλλωστε, αναφέρει ο Φιλόστρατος: "Γυμναστικήν δε οι παλαιοί και αυτό το οτιούν γυμνάζεσθαι. Εγυμναζόντο δε οι μεν άχθη φέροντες ουκ εύφορα". Δηλαδή: "Η παλιά γυμναστική εξασκούσε και γύμναζε τη φυσική δύναμη. Για να εξασκηθούν και να γίνουν δυνατοί οι αθλητές σήκωναν μεγάλα βάρη, που δεν ήταν καθόλου εύκολο να σηκωθούν".

Η Άρση Βαρών από την Αρχαιότητα
ως τον 19ο αιώνα

Η σύγχρονη ιστορία της άρσης βαρών αρχίζει να γράφεται επίσημα στις 28 Μαρτίου 1891, ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα στο Λονδίνο το 1ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με τη συμμετοχή 7 αθλητών από 6 χώρες. Ανεπίσημα η συγγραφή της ξεκίνησε δεκαετίες νωρίτερα στις παραστάσεις τις οποίες έδιναν με το αζημίωτο οι γίγαντες των μυών, στα πάρκα και τις πλατείες των πόλεων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας, ο Καναδός Λουί Σιρ σήκωσε το 1880 άξονα βαγονιού βάρους 669 κιλών. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Αμερικανός Βάλτερ Κένεντι απόσπασε από τη γη σφαίρα βάρους 600 κιλών, ενώ ο Τσέχος Άντον Ρίχα κράτησε πάνω του βάρος 854 κιλών.

Αγώνες άρσης βαρών άρχισαν να διεξάγονται στις ΗΠΑ μετά το 1860. Δέκα χρόνια αργότερα το άθλημα μεταφέρθηκε στην Ευρώπη και τμήματα άρσης βαρών δημιουργήθηκαν στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες.

Στην Ελλάδα οι πρώτοι επίσημοι αγώνες άρσης βαρών διεξήχθησαν το 1888 στη διάρκεια της Δ' Ζάππειας Ολυμπιάδας, στο Κεντρικό Γυμναστήριο στην Ομόνοια. Όπως γράφει ο Παύλος Μανιτάκης στο βιβλίο του με τίτλο "100 χρόνια νεοελληνικού αθλητισμού 1830-1930", στο αγώνισμα "της άρσεως βάρους διά μιας χειρός (αλτήρ βάρους 40 οκάδων), 1ος αναδείχθηκε ο Λάζαρος Μουσιού (κομμωτής εκ Σπετσών) και 2ος ο Ιωάννης Τσεπετάκης". Οι τρεις πρωτοπόροι αρσιβαρίστες, συμμετείχαν παράλληλα και σε άλλα αγωνίσματα. Ο Τσεπετάκης ήταν ο 1ος στη λιθοβολία, ο Μουσιού 2ος στο άλμα επί κοντώ και ο Φιλαδελφεύς 2ος στην αναρρίχηση επί κάλω.

Η άρση βαρών έφυγε οριστικά από τις πλατείες και μπήκε στα στάδια στους 1ους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896. Με απόφαση της Οργανωτικής Επιτροπής συμπεριλήφθηκε μεταξύ των 9 αθλημάτων του ολυμπιακού προγράμματος. Για τη συγκρότηση της εθνικής ομάδας άρσης βαρών, η οποία θα αντιπροσώπευε την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες, δόθηκαν μάλιστα αγώνες πρόκρισης. Στην ανύψωση βάρους διά μίας χειρός την πρόκριση πήραν ο Σωτήρης Βερσής και ο Γεώργιος Παπασιδέρης.

Σύμφωνα με την επίσημη έκδοση της ιστορίας των 1ων Ολυμπιακών Αγώνων, την οποία υπογράφουν ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Ν. Πολίτης και ο Χαρ. Άννινος, το αγώνισμα της άρσης βαρών διεξήχθη στις 26 Μαρτίου 1896, τη δεύτερη ημέρα των αγώνων και 5ο στη σειρά. Όπως αναφέρουν, "εις το μέσον της κονίστρας επί αμμοστρώτου εδάφους εκτελείται το αγώνισμα τούτο, συμμετεχόντων οκτώ αγωνιστών, εν οις δύο Έλληνες, ο Βερσής και ο Νικολόπουλος. Πρώτον αγωνίζονται εις την άρσιν βαρών δι' αμφοτέρων των χειρών, κύπτει έκαστος και ανεγείρει αλτήρας σιδηρούς διαφόρου βάρους κατ' αύξουσαν αναλογίαν. Πρώτος αναδεικνύεται ο Δανός Γένσεν, άρας βάρος 111 και ½ χιλιογράμμων. Δεύτερος ο Άγγλος Έλλιοτ, ξανθός ψηλός νέος, με θαυμασίως κανονικόν σώμα. Εις την άρσιν διά της μίας χειρός νικά αντιστρόφως ο Έλλιοτ άρας βάρος 71 χιλιογράμμων και δεύτερος έρχεται ο Γένσεν. Η δανική σημαία πρώτον και η αγγλική ύστερον ανυψούνται επί του ιστού".

Οι δύο Έλληνες αρσιβαρίστες κατέκτησαν την 3η θέση. Στην άσκηση με τα δύο χέρια ο Σωτήρης Βερσής σήκωσε 100 κιλά. Γεννήθηκε το 1875 και ήταν πολυσύνθετος αθλητής. Συμμετείχε επίσης στο αγώνισμα της δισκοβολίας όπου κατέλαβε την 3η θέση με 27.78 μέτρα. Καταγόταν από την Αθήνα, ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, είχε χόμπι τη σκοποβολή και ανήκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. Το 1896 σπούδαζε στην Εμπορική Ακαδημία. Στη συνέχεια εργάστηκε ως χρηματιστής. Έφυγε γρήγορα από τη ζωή το 1918 σε ηλικία 43 χρόνων χτυπημένος από την ασιατική γρίπη. Στην ανύψωση βάρους με το ένα χέρι, ο τότε φοιτητής της ιατρικής και μετέπειτα καθηγητής του Διδασκαλείου Γυμναστικής και ιατρός Αλέξανδρος Νικολόπουλος από τη Μεσσηνία, κατέκτησε την 3η θέση με 57,2 κιλά.

Η καθοριστική συμβολή της Ελλάδας στην καθιέρωση της άρσης βαρών μεταξύ των ολυμπιακών αθλημάτων, έγινε περισσότερο αισθητή τα επόμενα χρόνια. Οι Γάλλοι, οι οποίοι καλλιεργούσαν το άθλημα από το 1870, δεν το συμπεριέβαλαν στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1900, οι οποίοι διεξήχθησαν στο Παρίσι. Απούσα ήταν επίσης η άρση βαρών από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο και το 1912 στη Στοκχόλμη. Ενδιάμεσα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεντ Λούις το 1904 και τους Μεσοολυμπιακούς της Αθήνας το 1906, το άθλημα των δυνατών κατείχε σημαντική θέση στο ολυμπιακό πρόγραμμα.